Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: μαλλιαρόκωλο (το)

μαλλιαρόκωλο (το)

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Μετάφραση

κυνόροδο

Επεξήγηση

ο καρπός της αγριοτριανταφυλλιάς