Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: αγγιό

αγγιό

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Μετάφραση

αγγείο, κατσαρόλα, μεταφορικά: αιδοίο

Εκφράσεις, Παροιμίες, Γνωμικά

Γανωτής είμαι κυρά μου Ναμ` μ` τ` αγγιό σ` να στο γανώσω κι αν στο πάρα γρατζουνίσω πάρ` τ` αγγιό σ` και φεύγα πίσω

ευνόητο και αλληγορικό