Διάλεκτος: Καρδιτσιώτικα - Λέξη: συγκαθόκωλος

συγκαθόκωλος

Διάλεκτος: Καρδιτσιώτικα / Ευρύτερη περιοχή: Θεσσαλία / Τόπος που μιλείται: Καρδίτσα

Μετάφραση

ο ανήσυχος, ο δραστήριος

Επεξήγηση

αυτός που δεν τον χωράει ο τόπος, ο ανήσυχος, ο δραστήριος