Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: ξεζάρκωτος

ξεζάρκωτος

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Μετάφραση

γυμνός

Επεξήγηση

ελαφριά ντυμένος