Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: γκιζεράω, γκιζερώ

γκιζεράω, γκιζερώ

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Μετάφραση

τριγυρίζω

Επεξήγηση

κάνω βόλτες