Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: σκιάζομαι

σκιάζομαι

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Μετάφραση

φοβάμαι, τρομάζω