Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: αγκότσια

αγκότσια

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Επεξήγηση

η στάση κατά την οποία κουβαλά κάποιος κάποιον άλλον στην πλάτη του