Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: νάνα (η)

νάνα (η)

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Επεξήγηση

είδος χόρτου που τρώγεται

Εκφράσεις, Παροιμίες, Γνωμικά

έτρωεταν τς νάνες απ` τα γρέκια

τρώγατε τις νάνες απ` τα γρέκια (από το μέρος που κοιμούνταν τα πρόβατα και ήταν συνήθως βρώμικο από κόπρανα)

Σχόλια

το άγριο σπανάκι