Διάλεκτος: Κυπριακά - Λέξη: κασhιανιστό

κασhιανιστό

Διάλεκτος: Κυπριακά / Ευρύτερη περιοχή: Κύπρος / Τόπος που μιλείται:

Μετάφραση

κοκκινιστό

Επεξήγηση

φαγητό κοκκινιστό κατσαρόλας

Σχόλια

Κᾰσιανίζω σημαίνει καβουρντίζω, οχι κοκκινιζω