Διάλεκτος: Φανταρίστικα - Λέξη: κωλυόμενος

κωλυόμενος

Διάλεκτος: Φανταρίστικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται:

Επεξήγηση

αυτός που έχει αλλού εργασία (π.χ στα μαγειρεία) και δεν παρουσιάζεται στην αναφορά

Εκφράσεις, Παροιμίες, Γνωμικά

Τα είδα όλα κωλυόμενα

χρησιμοποιείται μεταφορικά και σημαίνει ότι έζησα μια πολύ δύσκολη κατάσταση