Διάλεκτος: Κυπριακά - Λέξη: καράολος

καράολος

Διάλεκτος: Κυπριακά / Ευρύτερη περιοχή: Κύπρος / Τόπος που μιλείται:

Μετάφραση

σαλιγκάρι

Εκφράσεις, Παροιμίες, Γνωμικά

εσηκώστηκα πορνό πορνό να πάω να συνάξω καραόλους

σηκώθηκα πρωί πρωί να πάω να μαζέψω σαλιγκάρια