Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: μπούχαβος

μπούχαβος

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Επεξήγηση

επίθετο που χαρακτηρίζει ασταθές στερεό υλικό με τόση υγρασία που αλλοιώνεται η σύστασή του (κυρίως για έδαφος). Μεταφορικά, ο αλλοπρόσαλλος, κυκλοθυμικός άνθρωπος