Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα - Λέξη: ντίρα (η)

ντίρα (η)

Διάλεκτος: Σαρακατσαναίικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Ηπειρωτική Ελλάδα

Μετάφραση

μονοπάτι

Επεξήγηση

μονοπάτι ή δρομάκι που έχει ανοιχτεί από το πέρασμα των ζώων (συνήθως προβάτων) και έχει πλαγιάσει και πατηθεί η βλάστηση.