Διάλεκτος: Ποντιακά - Λέξη: σασιρεύω

σασιρεύω

Διάλεκτος: Ποντιακά / Ευρύτερη περιοχή: Πόντος / Τόπος που μιλείται:

Μετάφραση

τα χάνω,ζαλιζομαι