Διάλεκτος: Κερκυραϊκά - Λέξη: αλημουρδεύτικα

αλημουρδεύτικα

Διάλεκτος: Κερκυραϊκά / Ευρύτερη περιοχή: Ιόνια νησιά / Τόπος που μιλείται: Κέρκυρα

Μετάφραση

λερώθηκα

Επεξήγηση

συνήθως με φαγητό στο πρόσωπο αλλά και στό στήθος. π.χ το πολύ μικρό παιδί οταν προσπαθεί να φάει μόνο του.