Διάλεκτος: Χαλκιδικιώτικα - Λέξη: λιξουρούδα

λιξουρούδα

Διάλεκτος: Χαλκιδικιώτικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Χαλκιδική (κυρίως ορεινή)

Επεξήγηση

έντομο (σαν τον ψύλλο, τον κοριό, αράχνη) που προκαλεί αλλεργική αντίδραση στο ανθρώπινο δέρμα

Εκφράσεις, Παροιμίες, Γνωμικά

Μάρι καλή 'μ! Του μ'κρό γιόμωσι σπυριά. Μη να το πορπάτ'σι λιξουρούδα!

Πω πω! Το παιδί γέμισε σπυριά. Πλάκα έχει να το τσίμπησε λιξουρούδα!