Διάλεκτος: Αμαλιαδιώτικα - Λέξη: ποστιάζω

ποστιάζω

Διάλεκτος: Αμαλιαδιώτικα / Ευρύτερη περιοχή: / Τόπος που μιλείται: Αμαλιάδα

Μετάφραση

βάζω σε σειρά αντικείμενα, συνήθως το ένα πανω στο άλλο