Διάλεκτος: Ποντιακά - Λέξη: κουίζω

κουίζω

Διάλεκτος: Ποντιακά / Ευρύτερη περιοχή: Πόντος / Τόπος που μιλείται:

Μετάφραση

ειδοποιώ, φωνάζω

Εκφράσεις, Παροιμίες, Γνωμικά

δέβα κούιξον τον κύρης

πήγαινε να φωνάξεις τον πατέρα σου